ἀϋτμή

ἀϋτμή
Grammatical information: f.
Meaning: `breath; scent' (Il.).
Compounds: νήυτμος \< *n̥-h₂sut-mo-.
Derivatives: Also ἀϋτμήν, -ένος m. (Ψ 765, γ 289).
Origin: IE [Indo-European] [914] *h₂seut- `seethe'
Etymology: Fritz HS 106, 1993, 288 - 299 solved the problem by connecting OHG siodan `sieden', reconstructing *h₂seut-; ἀυτ- \< *h₂sut-; *h₂sout- in Goth. sauÞs `sacrifice'; disc. of the semantics. Not to ἄετμα φλόξ, ἀετμόν τὸ πνεῦμα H., nor to ἀτμός (s. v.).
Page in Frisk: 1,190

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • τμήσει — τμή̱σει , τμῆσις cutting fem nom/voc/acc dual (attic epic) τμή̱σεϊ , τμῆσις cutting fem dat sg (epic) τμή̱σει , τμῆσις cutting fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμήσεις — τμή̱σεις , τμῆσις cutting fem nom/voc pl (attic epic) τμή̱σεις , τμῆσις cutting fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμημάτοιν — τμη̱μάτοιν , τμῆμα part cut off neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμημάτων — τμη̱μάτων , τμῆμα part cut off neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμήμασι — τμή̱μασι , τμῆμα part cut off neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμήμασιν — τμή̱μασιν , τμῆμα part cut off neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμήματα — τμή̱ματα , τμῆμα part cut off neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμήματι — τμή̱ματι , τμῆμα part cut off neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμήματος — τμή̱ματος , τμῆμα part cut off neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμήσεως — τμή̱σεω̆ς , τμῆσις cutting fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμήσιος — τμή̱σιος , τμῆσις cutting fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.